επιδεινώνω

χειροτερεύω, καθιστώ κάτι δυσκολότερο («η ανεργία επιδεινώνει τα προβλήματα», «η κατάστασή του επιδεινώθηκε»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + *δεινώνω (< δεινόω, -ώ < δεινόν «συμφορά, κακό»), τ. που μαρτυρείται μόνον εν συνθέσει στη Νέα Ελληνική].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιδεινώνω — επιδεινώνω, επιδείνωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιδεινώνω — επιδείνωσα, επιδεινώθηκα, επιδεινωμένος, μτβ., κάτι το κάνω χειρότερο, το χειροτερεύω: Επιδεινώθηκε η κατάσταση του αρρώστου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαρύνω — (AM βαρύνω) [βαρύς] τονίζω με βαρεία νεοελλ. φρ. «με βαρύνει κάτι» ή «βαρύνομαι με κάτι» έχω κάτι εις βάρος μου (κατηγορία, αδίκημα, παρατυπία κ.λπ.) μσν. Ι. 1. επιρρίπτω ευθύνη σε κάποιον, κατηγορώ 2. χτυπάω 3. έχω βάρος, είμαι βαρύς II.( ομαι)… …   Dictionary of Greek

  • επιβαρύνω — (AM ἐπιβαρύνω) [βαρύνω] πιέζω με πρόσθετο βάρος νεοελλ. 1. επιβάλλω ενοχλητική υποχρέωση ή δέσμευση («θα επιβαρυνθώ με πρόσθετα έξοδα») 2. (για κατάσταση) καταπιέζω («η νέα φορολογία επιβαρύνει τόν λαό») 3. επιδεινώνω, χειροτερεύω («με την… …   Dictionary of Greek

  • επιδείνωση — η [επιδεινώνω] μεταβολή προς το χειρότερο …   Dictionary of Greek

  • επιδεινωτικός — ή, ό [επιδεινώνω] αυτός που προκαλεί επιδείνωση …   Dictionary of Greek

  • κείμαι — (ΑΜ κεῑμαι) 1. είμαι τοποθετημένος κάπου, βρίσκομαι κάπου, έχω θέση, εδρεύω, απαντώ 2. είμαι ξαπλωμένος στο έδαφος 3. κατάκειμαι, απόκειμαι, είμαι θαμμένος, βρίσκομαι νεκρός, κείτομαι («ενθάδε κείται») 4. (για νόμους) ισχύω, έχω κύρος, έχω τεθεί …   Dictionary of Greek

  • οξύνω — (ΑΜ ὀξύνω) [οξύς] 1. κάνω κάτι κοφτερό, αιχμηρό, ακονίζω 2. γραμμ. τονίζω με οξεία μια συλλαβή, οξυτονώ 3. δίνω σε κάτι ξινή γεύση, τό καθιστώ ξινό 4. (σχετικά με πόνο) καθιστώ έντονο 5. μτφ. α) καθιστώ κάτι οξύ, διαπεραστικό («οξύνω τη φωνή») β) …   Dictionary of Greek

  • παρεντείνω — Α [εντείνω] τεντώνω κάτι κοντά σε κάτι άλλο ή τεντώνω επί πλέον («ταῑς ἑπτὰ χορδαῑς δύο παρεντεινάμενον», Πλούτ.) 2. α) ενισχύω επί πλέον, δυναμώνω («παρεντείνω τὴν φωνήν) β) καθιστώ κάτι σοβαρότερο, επιδεινώνω («παρεντείνει τὰς ἐντάσεις», Ρούφ.) …   Dictionary of Greek

  • προσερεθίζω — ΜΑ [ἐρεθίζω] 1. ερεθίζω επί πλέον 2. ιατρ. παροξύνω ακόμη περισσότερο, επιδεινώνω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.